20 May 2009

Μια νέα ομάδα γεννιέται

Οι βίγκαν της Αθήνας - Athens Vegans



Οι βίγκαν της Αθήνας(Athens Vegans) είναι μια νέα ομάδα που προσπαθεί να προωθήσει την φιλοσοφία του veganism και να αναδείξει τον βίγκαν τρόπο ζωής μέσα από την δημιουργία και παρουσία μιας ενεργής βίγκαν κοινότητας με πλούσια δραστηριότητα και εκδηλώσεις που θα ενθαρρύνουν τη συζήτηση και ανταλλαγή εμπειριών σε κάθε τι που αφορά τον βίγκαν τρόπο ζωής, την καλύτερη γνωριμία και αλληλουποστήριξη των βίγκαν και την είσοδο νέων μελών στην κοινότητα/συλλογικότητα.

http://athensvegans.blogspot.com/

12 May 2009


A Life connected

(Μια ζωή αλληλένδετη)
με ελληνικούς υπότιτλους





Το γνωστό και πολύ όμορφο βίντεο από την www.NonviolenceUnited.org με ελληνικούς υπότιτλους, το οποίο μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι ο veganism και ο τρόπος ζωής που απορρέει από την φιλοσοφία του αναδεικνύεται στον κύριο άξονα του εναλλακτικού τρόπου ζωής που αναπτύσσεται στην εποχή μας και που περιλαμβάνει εκείνες τις ευαισθητοποιημένες επιλογές που τυγχάνουν σήμερα ευρείας αποδοχής, όπως η ανακύκλωση, η εξοικονόμηση ενέργειας και νερού, η βιολογική καλλιέργεια, το δίκαιο εμπόριο, κλπ.

13 April 2009


Το πορτραίτο της Μάρσι...
Μια όμορφη ψυχή


Όταν η Marcie έφθασε στο Καταφύγιο Ζώων Peaceful Prairie (Ειρηνική Πεδιάδα), αυτή είχε χάσει ήδη τα πάντα – την ελευθερία της, τη κοινότητά της, την οικογένειά της, τη νιότη της, κάθε μωρό που είχε γεννήσει, οποιονδήποτε είχε ποτέ αγαπήσει, οποιονδήποτε είχε ποτέ εμπιστευθεί, οτιδήποτε ήταν οικείο.

Έφθασε σε αυτόν τον νέο κόσμο με τίποτα – για το σύντομο χρονικό διάστημα προτού χάσει το φως της – εκτός από την ικανότητα να βλέπει με τα μάτια της αυτή την απίθανη γη με τους ανοικτούς ορίζοντες, τον μεγάλο ουρανό, τους ελεύθερους κατοίκους και τους ανθρώπους που επιθυμούσαν τη ζωή αυτών των κατοίκων, αυτή την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ που δισεκατομμύρια αιχμάλωτων ζώων δεν δοκιμάζουν ποτέ αλλά την οποία όλα τους λαχταρούν μέσα στα ζωντανά κύτταρά τους μέχρι την τελευταία τους πνοή. Και ίσως για να τα πιστέψει όλα αυτά. Όπως όλα τα εκτρεφόμενα ζώα, η Marcie καθορίστηκε όχι από αυτό που υπήρχε, αλλά από αυτό που έλειπε – τους ορατούς και αόρατους ακρωτηριασμούς μιας ζωής στην σκλαβιά – ακρωτηριασμένο σώμα, εξουθενωμένο πνεύμα, πληγωμένη ψυχή, απραγματοποίητη ζωή, απραγματοποίητο δυναμικό, ικανότητα για πόνο που γέμισε μέχρι το χείλος, ικανότητα για χαρά που έμεινε εντελώς κενή.

Στα χρόνια του περιορισμού της σε μια μικρή οικογενειακή φάρμα, όπου είδε επανειλημμένα τα μωρά της να δολοφονούνται, την είχαν εκμεταλλευτεί τόσο πολύ, ώστε όταν διασώθηκε και μεταφέρθηκε σε ένα μέρος όπου μπορούσε τελικά να αρχίσει τη ζωή της, δεν της είχε μείνει κάτι για να χτίσει τη ζωή πάνω του. Τον πρώτο χρόνο της στο Καταφύγιο, όταν μπορούσε ακόμα να δει, τρεπόταν σε φυγή από τον καθένα που έμοιαζε με τους κακοποιητές της – οποιονδήποτε άνθρωπο υπήρχε γύρω – και, για το υπόλοιπο της ζωής της, απέφευγε οποιονδήποτε της έμοιαζε – κάθε προβατίνα, κριάρι ή αρνί γύρω της. "Έκρυψε" τον μεγάλο, όμορφο, ανταριασμένο εαυτό της ανάμεσα στις κατσίκες, αργοπερπατώντας μαζί τους επιδεικτικά ως προβατίνα ανάμεσα στο θέαμα των γρήγορων, λεπτών, ελαφρο-πόδαρων κατσικών, σίγουρη στην πεποίθηση της ότι ήταν καλά καμουφλαρισμένη ανάμεσα σε αυτά τα πλάσματα που έδειχναν, περπατούσαν, ηχούσαν, και ενεργούσαν τελείως διαφορετικά από αυτήν.

Ταξίδευε μαζί τους, αναζητούσε τροφή μαζί τους, κατέλυε μαζί τους, και αγνοούσε το γεγονός ότι, στο μυαλό όλων εκτός από το δικό της, αυτή ήταν ελάχιστα ταιριαστή μαζί τους– πάρα πολύ γρήγορες, πάρα πολύ θορυβώδεις, πάρα πολύ παιχνιδιάρες, πάρα πολύ τολμηρές, πάρα πολύ απρόβλεπτες για αυτήν – και τις συγχωρούσε για την αδιαφορία τους όπως τις φορές που την παρατούσαν πίσω, πολύ έξω από το χωράφι, αγνοώντας τα βελάσματα της, και επέστρεφαν πίσω χωρίς αυτήν. Αλλά, για λόγους που καλά καταλάβαινε, παρέμεινε απτόητα πιστή σε αυτές για το υπόλοιπο της ζωής της. Ο,τιδήποτε η Marcie έβλεπε στις κατσίκες, μάθαινε από αυτές, έπαιρνε από αυτές ήταν σαφώς κάτι που χρειαζόταν. Αστειευόμασταν ότι νόμιζε ότι ήταν κατσίκα. Αλλά, το πιθανότερο είναι ότι, το αντίθετο ίσχυε: αυτό που φαινόταν να την τραβάει στις κατσίκες δεν ήταν η ομοιότητα που φανταζόταν αλλά η αντιληπτή διαφορά. Φαινόταν να θέλει να είναι κάτι εντελώς αντίθετο από αυτήν, ένα συνολικά διαφορετικό ζώο, κάποια εντελώς διαφορετική από το ανίκανο θύμα που είχε υπάρξει όλη της τη ζωή.

Έτσι έσμιξε με τις κατσίκες και μοιράστηκε τις βαθύτερες στιγμές ειρήνης της μαζί τους. Θα μπορούσατε να την δείτε μαζί τους να ξεκουράζονται στον ήλιο, σε μια εκστασιακή σχεδόν τελετουργική κατάσταση, σαν να ακούγανε μαζί μια θαυμάσια συμφωνία και στην πραγματικότητα έκαναν ακριβώς αυτό: "ακούγανε τα φύλλα της άνοιξης, το θρόϊσμα των φτερών των εντόμων, τον αέρα που τάραζε το πρόσωπο της λίμνης", και απολάμβαναν την μυρωδιά του ίδιου του αέρα, αισθανόμενες την ομορφιά, που απορροφάται από την ομορφιά – όχι αυτό που εμείς αποκαλούμε ομορφιά, όχι τα όμορφα πράγματα, αλλά αυτό που ΕΙΝΑΙ η ομορφιά: η έμφυτη γνώση σε όλα τα πράγματα, σε μια πέτρα, ένα φύλλο, μια λεπίδα της χλόης, η βαθιά εμπειρία της αρμονίας και της σύνδεσης με κάτι βαθιά αγαθό και που αγαπά βαθιά, η αισθητή σοφία της ύπαρξης ζωντανή σε έναν κόσμο μυρωδιάς, και γεύσης, και ήχου, και αφής, με τις απολήξεις των νεύρων να αποκρίνονται με απόλαυση σε κάθε αεράκι, σε κάθε ελάχιστο συμβάν, σε κάθε λεπτομέρεια στο πρόσωπο αυτού του κόσμου με το εκτυφλωτικό χρώμα και τη συνεχή κίνηση και βάθος.

Εκείνες τις στιγμές – τις γεμάτες συναίσθημα, που ξεχείλιζαν με έξοχη συνειδητοποίηση, ζαλισμένη με τη ζωή μέσα – μοιράστηκε με τις κατσίκες. Αλλά στις στιγμές θλίψης της ήταν μόνη. Και είχε και στιγμές οδύνης, απαρηγόρητης θλίψης, που προκαλούνταν μερικές από αόρατους σεισμούς, και άλλες από γεγονότα που ακόμη και εμείς θα μπορούσαμε να δούμε και να καταλάβουμε, όπως οι φορές όταν η μυρωδιά των νεογέννητων αρνιών, που χωρίστηκαν από τις μητέρες τους και που θανατώθηκαν στα γειτονικά αγροκτήματα γέμιζε τον αέρα και αναμόχλευε τον παλιό πόνο της, ένα πόνο που δεν ελάττωνε με το χρόνο αλλά φαινόταν να δημιουργεί νέα αγκάθια κάθε άνοιξη. Αυτές ήταν οι φορές που περιπλανιόταν μακρυά συχνότερα, και απομονωνόταν από το υιοθετημένο κοπάδι της, χανόταν και, όντας τυφλή, ήταν πλέον ανίκανη να βρεί το δρόμο σπίτι. Επειδή η ανθρώπινη παρουσία την τρομοκρατούσε, ο μόνος τρόπος που θα μπορούσαμε να την καθοδηγήσουμε πίσω στο σπίτι ήταν να φωνάξουμε τις κατσίκες ελπίζοντας ότι θα αποκρινόντουσαν αρκετά δυνατά για να ακούσει η Marcie και να ακολουθήσει το ηχητικό ίχνος πίσω στο κοπάδι. Τις κατσίκες, τις εμπιστευόταν, αλλά οι άνθρωποι ξυπνούσαν στη μνήμη της τη φρίκη – τη φρίκη που θυμόταν και τη φρίκη που προμάντευε στα χέρια μας.

Καταλαβαίναμε την ανησυχία της και παρεκκλίναμε από το δρόμο μας για να μην παρεισφρήσουμε στην ασφαλή ζώνη της. Αυτό που δεν καταλάβαμε τότε και ακόμα δεν καταλαβαίνουμε πλήρως σήμερα είναι γιατί επέλεξε να μικρύνει τη φυσική και συναισθηματική απόσταση μεταξύ μας και ερχόταν ένα πόντο πιο κοντά μας κάθε ημέρα έως ότου δεν υπήρχε καθόλου απόσταση, μέχρι που οι μύτες μας αγγίχτηκαν, κυριολεκτικά. Δεν πήρε τίποτα επιπλέον από την εγγύτητά μας. Τίποτα που δεν είχε ήδη πάρει σε αφθονία αποφεύγοντας μας – τρόφιμα, καταφύγιο, φίλους, απολαύσεις όλα ήταν εύκολα διαθέσιμα σε αυτήν είτε μας δέχτηκε είτε όχι. Έτσι γιατί αποφάσισε να μας εμπιστευθεί όταν, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της, οι άνθρωποι της έκαναν απερίγραπτα σκληρά πράγματα για μια γεύση της σάρκας των μωρών της, για μια χούφτα μαλλιού, για ένα κομμάτι αρνίσιου δέρματος; Γιατί υπέφερε μαζί μας όταν μπορούσε πολύ εύκολα να μας αγνοήσει;

Είναι δύσκολο να ειπωθεί. Αλλά το γεγονός είναι ότι, όχι μόνο μας δέχτηκε, αλλά μας αναζητούσε. Εάν, κατά την εκτίμησή της, καθόμασταν μέσα στο σπίτι πάρα πολύ, χτυπούσε στην πόρτα με την οπλή της και μας καλούσε έξω. Βγαίναμε κάθε φορά, με φαΐ στο χέρι – επειδή υποθέταμε ότι αυτό ήθελε. Και, για το υπόλοιπο της ζωής της, "μας έκανε αυτή την άσκηση" να βγαίνουμε έξω στη βεράντα αρκετές φορές την ημέρα. Κατόπιν, τον τελευταίο χρόνο μαζί μας, επέκτεινε τις επισκέψεις της τη νύχτα. Άρχισε να περιμένει τον Chris, καθισμένη στη βεράντα, περιμένοντας ήσυχα, υπομονετικά, όσο χρειαζόταν– μέχρι τα μεσάνυχτα, μέχρι το επόμενο πρωί, μέχρι ο Chris να επέστρεφε σπίτι από τη δουλειά. Περίμενε χωρίς να παραπονιέται, χωρίς να ζητάει γευστικές απολαύσεις, ή την προσοχή, ή συντροφικότητα, ή οποιεσδήποτε απολαύσεις που νομίζαμε ότι την παρακινούσαν να χτυπάει την πόρτα κάθε απόγευμα. Απλά καθόταν στην μπροστινή πόρτα και πέρναγε την νύχτα της, τις μοναχικές αγρύπνιες της μακριά από την ασφάλεια του κοπαδιού, μακριά από το καταφύγιο, κάτω από τον ανοικτό ουρανό. Και τίποτα δεν μπορούσε να την κάνει να κινηθεί – ούτε το ζωηρό γαύγισμα του Bluto, ούτε η ανησυχητική απόσταση από τις κατσίκες της, ούτε η βροχή, ούτε η βροντή, ούτε το χιόνι. Στεκόταν εκεί όπως μια καλή μητέρα, σφηνωμένη μεταξύ γης και ουρανού, με ένα μίγμα θάρρους, εμπιστοσύνης, προσδοκίας, ελπίδας και στωικότητας, με το ογκώδες σώμα της σταθερά αγκυροβολημένο μεταξύ του μεγάλου, κακού, επικίνδυνου κόσμου και του ορισμένου από την ίδια χρέους της, και δεν μετακινούνταν έως ότου ο Chris ερχόταν με ασφάλεια στο σπίτι. Μόνο τότε θα σηκωνόταν τελικά επάνω, αφήνοντας τη βεράντα και περπατώντας στον αχυρώνα της για τη νύχτα, με την απόλαυση της στερεάς απόδειξης ότι και ο Chris και η Michele ήταν ζωντανοί και καλά.

Δεν ήταν ένα "σχέδιο". Ήταν μια πολύ απλούστερη, πολύ σοφότερη, πολύ πιο βαθεά αισθαντική αλήθεια από αυτή. Η Marcie μας ευχόταν τη ζωή. Ήθελε για εκείνους που αγάπησε να συνεχίσουν να ζουν και ήταν αποφασισμένη, για πρώτη φορά στη ζωή της, ότι θα ζουν. Απαιτούσε την χειροπιαστή απόδειξη της καλοσύνης μας αρκετές φορές κάθε ημέρα, και φρουρούσε τη βεράντα τη νύχτα έως ότου ήταν βέβαια ότι και οι δύο από τους ανθρώπους της ήταν ζωντανοί και καλά. Ήταν αρκετά απλό. Οι περισσότεροι από μας μπορούν να καταλάβουν την αγάπη. Αυτό που οι περισσότεροι από μας δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν είναι πώς η Marcie μπόρεσε να συγχωρήσει τους κακοποιητές της τόσο ολοκληρωτικά ώστε να ήταν ικανή να αγαπήσει το είδος τους.

Joanna Lucas
© 2007 Joanna Lucas

25 March 2009


ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

από το βιβλίο

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ
The World Peace Diet

του

WILL TUTTLE, Ph.D.

Κεφάλαιο 6: Το κυνήγι και η εκμετάλλευση της θαλάσσιας ζωής

Η ιστορία πίσω από τα ζωντανά πλάσματα που εξάγονται από τους ωκεανούς της γης μας είναι εξίσου τραγική, εν τούτοις με έναν διαφορετικό τρόπο. Τα παγκόσμια θαλάσσια οικοσυστήματα λεηλατούνται ανελέητα. Έχουν παρέλθει πολύ καιρό πριν οι ημέρες όταν έφθασαν οι πρώτοι Ευρωπαίοι στις βορειοαμερικανικές ακτές και έγραφαν πώς τα κοπάδια των ψαριών ήταν τόσο απέραντα και πυκνά που νόμιζαν ότι τα σκάφη τους θα προσάραζαν πάνω τους προτού φθάσουν στην στεριά.16 Αυτά τα κάποτε πλούσια νερά ήταν, και συνεχίζουν να υπεραλιεύονται εντατικά για ψάρια, χρησιμοποιώντας μηχανότρατες με δίχτυα μήκους πολλών χιλιάδων μέτρων, για να ικανοποιήσουν την ανυποχώρητη ζήτηση των ανθρώπων, των ιχθυοκαλλιεργειών, και των υπόδουλων εκτρεφόμενων ζώων. (Το απίστευτο ποσοστό του 50% της παγκόσμιας αλιείας ταΐζεται στα χωρίς λόγο φυλακισμένα εκτρεφόμενα ζώα - όχι σε ανθρώπους.17) Και οι δεκαεπτά από τις κύριες παγκόσμιες αλιευτικές περιοχές είναι εξαντλημένες ή σε σοβαρή πτώση.

Στα περισσότερα μέρη του κόσμου, λόγω της υπεραλίευσης και της ρύπανσης των υδάτων κοντά στις ακτές, δεν είναι πλέον δυνατό να υπάρξουν κερδοφόρες επιχειρήσεις αλιείας κοντά στην ακτή. Καθώς τα σκάφη πηγαίνουν μακρύτερα στο πέλαγος, μένουν εκεί περισσότερο. Όταν τα ψάρια ανεβάζονται στα σκάφη, πετιούνται στα αμπάρια όπου πεθαίνουν αργά, αφοδεύοντας και συντρίβοντας τα ψάρια κάτω από αυτά. Αυτό συνεχίζεται συχνά για πολλές ημέρες, τα νεκρά και τα ψάρια που πεθαίνουν συσσωρεύονται το ένα επάνω στο άλλο με ανοικτές πληγές, και οι εργάτες χύνουν αντιβιοτικά στην περιττωματική σούπα για να κρατηθεί η μόλυνση υπό έλεγχο. Τα θαλασσινά είναι η κύρια αιτία τροφικής δηλητηρίασης στις ΗΠΑ.18 Ουσιαστικά δεν υπάρχει κανένας κυβερνητικός έλεγχος των θαλασσινών προτού πωληθούν στις αγορές και στο κοινό, και οι πρόσφατες μελέτες από την Consumer Reports έδειξαν ότι πάνω από το 25% των ψαριών που εξέτασαν προς πώληση ήταν "στο χείλος του χαλάσματος," πάνω από τα μισά δείγματα στα καταστήματα από τα "κόκκινα λυθρίνια" ήταν στην πραγματικότητα άλλα είδη, και τα μισά από τα δείγματα των ξιφιών υπερέβαιναν το επίπεδο δράσης του FDA(Οργανισμός Τροφίμων & Φαρμάκων των ΗΠΑ) για την καταστροφική για τα νεύρα ουσία methylmercury. Ανιχνεύθηκαν επίσης το βακτήριο Ε. COLI, η ισταμίνη, και άλλες επικίνδυνες ουσίες.19


Η σφαγή που προκαλείται από τις σύγχρονες βιομηχανικές μεθόδους αλιείας είναι φρικιαστική. Τα τεράστια αλιευτικά σκάφη, που χρησιμοποιούν τεχνολογία δορυφόρων και ραντάρ και ακόμη και ελικόπτερα και αεροπλάνα, απλώνουν δίχτυα που φθάνουν στον πάτο του ωκεανού και φέρνουν επάνω ουσιαστικά ότι βρίσκουν στην πορεία τους. Τα ψάρια συχνά τραβιούνται γρήγορα από τέτοια βάθη και υφίστανται αποσυμπίεση. Τα εσωτερικά τους όργανα μπορεί να υφίστανται ρήξη και τα μάτια τους πετιούνται έξω, καθώς πεθαίνουν με έναν βασανιστικό θάνατο από ασφυξία, σύνθλιψη, ή ξεκοίλιασμα. Κατά τη διάρκεια αυτής της εντατικής υπεραλίευσης, πιάνεται ένας τεράστιος αριθμός πλασμάτων της θάλασσας που είναι "ασύμφορα". Αυτό το αποκαλούμενο "δευτερεύον αλίευμα" ορισμένων ψαριών, χελωνών, δελφινιών, θαλάσσιων πουλιών, και άλλων ζώων πετιέται πίσω στον ωκεανό συνήθως νεκρό ή σοβαρά πληγωμένο. Κάθε χρόνο, αυτό προσθέτει μέχρι περίπου 25 εκατομμύρια τόνους νεκρών και θαλάσσιων ζώων που πεθαίνουν, κατά προσέγγιση το ένα τρίτο του συνόλου που αλιεύεται. Μια πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου Duke, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι πάνω από 300.000 θαλάσσιες χελώνες σκοτώνονται ετησίως μόνο από το επαγγελματικό παραγάδι.20 Σύμφωνα με την Environmental Defense (Περιβαλλοντική Υπεράσπιση):

Το δευτερεύον αλίευμα μπορεί να περιλαμβάνει νεαρά ψάρια(γόνο), θαλάσσιες χελώνες, φάλαινες, θαλασσοπούλια, δελφίνια και οποιοδήποτε άλλο θαλάσσιο πλάσμα που δεν είναι εμπορικά επιθυμητό. Η αλίευση γαρίδας με τράτα πετά κατά μέσο όρο πέντε κιλά δευτερεύοντος αλιεύματος για κάθε κιλό γαρίδων που πιάνονται, και περιλαμβάνει μέχρι 150.000 θαλάσσιες χελώνες(βρίσκονται σε κίνδυνο εξαφάνισης) κάθε χρόνο. Οι μέθοδοι αλίευσης που μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλό δευτερεύον αλίευμα είναι τα διπλομανωμένα δίχτυα, δίχτυα αρματωμένα με μολυβόσχοινο και τράτες βυθού.21

Ο Paul Watson, ιδρυτής της Οργάνωσης για την Προστασία της Θάλασσας (Sea Shepherd Conservation Society), περιγράφει τις συνέπειες των σημερινών μεθόδων αλιείας:

Τα αλιευτικά σκάφη δεν αφήνουν κυριολεκτικά ούτε πέτρα ασήκωτη. Οι τράτες βυθού οργώνουν τα βάθη της θάλασσας πιάνοντας ψάρια του πυθμένα, μαλάκια, όστρακα, και καταστρέφουν τη βλάστηση και τη δομή. Οι τράτες μέσου βάθους καταδιώκουν εκείνα τα ψάρια που κατοικούν μεταξύ του βυθού και της επιφάνειας. Οι επιφανειακές τράτες σαρώνουν τα ανώτερα στρώματα των θαλασσών. Εκείνα τα είδη του πυθμένα που επιζούν από τις τριπλές επιθέσεις πρέπει μετά να προστατευθούν από την γενική επίθεση των στόλων των παραγαδιών, των κάθε είδους διχτυών, και των δοχείων για καβουρια και αστακούς. Η ίδια η βάση της τροφικής αλυσίδας καταστρέφεται καθώς μεγάλες ιαπωνικές τράτες που χρησιμοποιούν δίχτυα με μικρό μάτι για πλαγκτόν πιάνουν επίσης krill κατά εκατοντάδες εκατομμυρία τόνους. Το Krill, ζωοπλαγκτόν που μοιάζει με γαρίδα, μετατρέπεται μετά σε μια πρωτεϊνική βάση για χρήση ως ζωοτροφή. Όσο περισσότερο krill αλιεύεται, αυτό σημαίνει λιγότερη διαθέσιμη τροφή για τα ψάρια και τις φάλαινες.

Η παγκόσμια σφαγή που επιβάλλεται στα είδη ψαριών του πλανήτη κυμαίνεται από το φρικτό χαράμισμα και την σφαγή που προκαλούν τα τεράστια βιομηχανικά αλιευτικά σκάφη ως τη συσσωρευτική ζημία που προκαλείται από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ψαρεύουν με καλάμια, μικρά δίχτυα και παγίδες, και το κτένισμα των ακτών για καβούρια και όστρακα.22

Ολόκληρα είδη ψαριών θανατώνονται στα πρόθυρα της εξάλειψης για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση για ιχθυάλευρο για να παχυνθούν τα εκτρεφόμενα ζώα ή τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας, ή για τροφή για τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον Watson:

Η αιτιολόγηση για την παραγωγή ιχθυαλεύρου εναντιώνεται σε κάθε λογική. Σαν ζωοτροφή, απαιτούνται περίπου 100 κιλά βάρος ψαριών για να παράγουν 1 κιλό βοδινού κρέατος. 200 κιλά ιχθυαλεύρου που χρησιμοποιούνται ως λίπασμα παράγουν λιγότερα από 1,4 κιλά φυτικής πρωτεΐνης. Ακόμα πιό ειρωνικό είναι ότι πάνω από 22 κιλά ιχθυαλεύρου απαιτούνται για να μεγαλώσουν έναν σολωμό ιχθυοκαλλιέργειας.23

Πολλά άλλα είδη θαλασσίων πλασμάτων υποφέρουν άμεσα από την αφύσικη απαίτησή μας για τη σάρκα ψαριών. Τα θαλάσσια λιοντάρια, οι φώκιες, οι φάλαινες, τα δελφίνια, και τα θαλασσοπούλια υποφέρουν και συχνά λιμοκτονούν επειδή η πηγή τροφής τους έχει καταστραφεί από την ανθρώπινη αλιευτική δραστηριότητα. Ο αριθμός των θαλάσσιων λιονταριών του Βόρειου Ειρηνικού, παραδείγματος χάριν, είναι λιγότερος από το 20% αυτού που ήταν στη δεκαετία του '50. Εκτός από την κλοπή της τροφής τους, οι αλιείς ή οι πράκτορές τους σκοτώνουν πολλά από αυτά τα πλάσματα επειδή τα θεωρούν ως ανταγωνιστές στον συνεχώς μειούμενο αριθμό ψαριών στα εξαντλημένα ωκεάνια ύδατα. Το Καναδικό Υπουργείο αλιείας επιχορηγεί την ετήσια ανοιξιάτικη σφαγή των κουταβιών φώκιας στους πάγους του ανατολικού Καναδά —το βάναυσο και αιματηρό χτύπημα με ρόπαλα και εκτέλεση με όπλα πάνω από 300.000 ανίσχυρων μωρών φώκιας κάθε χρόνο από τους ντόποιους αλιείς.24 Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση έχει πραγματικά αυξήσει το όριο του αριθμού των μωρών φώκιας που μπορούν να φονευθούν. Ο υπουργός αλιείας της Newfoundland έχει διακηρύξει την ελπίδα του ότι οι φώκιες θα εξαλειφθούν πλήρως, επειδή θεωρεί ότι απειλούν την αλιευτική βιομηχανία του Καναδά.25 Βιολόγοι που έχουν μελετήσει την κατάσταση αναφέρουν ότι η κύρια απειλή στην αλιευτική βιομηχανία είναι η αρπακτικότητά της, όχι οι φώκιες. Δεν υπάρχουν αρκετά νέα ψάρια που να επιζούν από τα δίχτυα της αλιείας για να ανανεώσουν τους πληθυσμούς. Η Ισλανδία δικαιολογεί ανοιχτά την δολοφονία φαλαινών ως απαραίτητο βήμα για να προστατεύσει την αλιευτική βιομηχανία της.

Οι κορμοράνοι και άλλα υδάτινα πτηνά κυνηγιούνται, παγιδεύονται, και σκοτώνονται και από τις κυβερνητικές υπηρεσίες και από τα ιδιωτικά συμφέροντα λόγω του ότι θεωρούνται ανταγωνιστικά με τους ψαράδες και την αλιευτική βιομηχανία. Τουλάχιστον 20.000 δελφίνια σκοτώνονται κάθε χρόνο από τη βιομηχανία τόνου. Επειδή τα δελφίνια τείνουν να κολυμπούν επάνω από τα κοπάδια του τόνου, οι αλιείς τα χρησιμοποιούν για να βρούν τον τόνο, και τα δελφίνια καταλήγουν αναπόφευκτα να πνίγονται στα δίχτυα. Δεν υπάρχει καμία επίβλεψη σε πολλές αλιευτικές επιχειρήσεις τόνου, και το προσωπικό του Εθνικού Πάρκου των νησιών Galapagos, παραδείγματος χάριν, επίασαν ένα αλιευτικό σκάφος τόνου με τα δίχτυα απλωμένα μέσα στα όρια του πάρκου στις 3 Μαϊ'ου 2002, με πάνω από 50 νεκρά και πεθαίνοντα δελφίνια και μόνο 8 τόνους. Ουσιαστικά δεν επιβλήθηκε καμία τιμωρία.26 Οι καρχαρίες τώρα σκοτώνονται κατά δεκάδες χιλιάδες απλά για τα πτερύγιά τους. Ανεβάζονται στο σκάφος, τους κόβουν τα πτερύγιά τους, και τα σώματα τους ρίχνονται πίσω στο νερό για να ψυχορραγήσουν με αργό θάνατο.27 Μερικές φορές οι σπονδυλικές στήλες τους σκίζονται επίσης για να αφαιρέσουν το χόνδρο που πωλείται στα καταστήματα υγιεινής διατροφής ως θεραπεία κατά του καρκίνου. Αυτό έχει αποδειχθεί ότι έχει λίγη επίδραση παρά μόνο ως ψευδοφάρμακο (placebo), αλλά παρόλα αυτά οι καρχαρίες ακόμα πεθαίνουν για αυτό. Μερικά είδη, όπως οι ξιφίες και οι ροφοί, πλησιάζουν την εξάλειψη, όπως επίσης και τα περισσότερα είδη θαλάσσιων χελωνών, που πνίγονται στα δίχτυα που χρησιμοποιούνται από τα αλιευτικά σκάφη γαρίδας.



Εκτός από όλη αυτή την εμπορική αλιεία, που έχει καταστρέψει το 90% των μεγάλων ψαριών του ωκεανού όπως οι τόνοι και οι ξιφίες, υπάρχει και το τίμημα από τους ψαράδες ψυχαγωγίας και τους ψαράδες "αθλητές" για τα ψάρια και του γλυκού και του αλμυρού νερού.28 Η πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι οι ψαράδες με καλάμι σκοτώνουν ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό απειλούμενων ειδών από όσο εικαζόταν προηγουμένως, προκαλώντας, παραδείγματος χάριν, πάνω από το 25% των θανάτων των υπεραλιευμένων ειδών του αλμυρού νερού. Είτε σκοτώνουν τα ψάρια για να τα φάνε ή για να τα ρίξουν πίσω στη θάλασσα, τα ψάρια υποφέρουν έντονα. Ο σκοπός της αθλητικής αλιείας είναι, όπως επισημαίνει ο Barry MacKay, "η εμπλοκή σε μια μάχη μεταξύ ψαρά και ψαριού —μια μάχη που ποτέ δεν ζητήθηκε από το ψάρι, ή που είναι για το συμφέρον του."29 Οι μελέτες έχουν δείξει ότι τα ψάρια που γαντζώνονται στο αγκίστρι και ξαναρίχνονται στη θάλασσα είναι τόσο στρεσσαρισμένα από αυτήν την τραυματική εμπειρία ωστε πολλά πεθαίνουν από αυτήν. Ο πόνος του να είσαι αγκιστρωμένος στο στόμα είναι βασανιστικός — Ο Thomas Hopkins, καθηγητής Θαλασσίας Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, το έχει συγκρίνει με "την οδοντιατρική χωρίς Novocain, και με τρόχισμα σε εκτεθειμένα νεύρα."30 Αυτός ο πόνος επιδεινώνεται με το τράβηγμα και το "παίξιμο" στη πετονιά, η οποία για το ψάρι είναι μια εναγώνια προσπάθεια που οδηγεί στην παντελή εξουθένωση. Το πιάσιμο στα χέρια του ψαρά καταστρέφει το προστατευτικό στρώμα βλέννας στα λέπια των ψαριών. Κατόπιν, αφού του επιβληθεί περισσότερο τραύμα από την αφαίρεση του άγκιστρου, ο ψαράς πετά το πληγωμένο ψάρι πίσω για "να παλαίψει" πάλι μια άλλη ημέρα. Οι εκτιμήσεις θνησιμότητας ψαριών από το "πιάσιμο και την απελευθέρωση" ποικίλλουν εξαρτώμενες από πολλούς παράγοντες, όπως το είδος και η ηλικία των ψαριών, το βάθος στο οποίο πιάνονται, πόσο σοβαρά αγκιστρώνονται και πόσο διάστημα πιάνονται με τα χέρια, και πόσο εξαντλημένα είναι από την προσπάθεια ζωής και θανάτου που καταβάλουν. Σε μια μελέτη του σολομού Coho, το 20% έως 30% πέθαναν από τη δοκιμασία. Σε άλλες μελέτες, τα ποσοστά των πιασμένων και ελευθερωμένων ψαριών που πεθαίνουν αμέσως μετά από την επιστροφή στο νερό είναι μεταξύ 5% και 10%, και με άλλα είναι 50% και ακόμη και μέχρι 100%.31

Εκτός από το βάσανο των ψαριών, υπάρχει επίσης η ακραία σκληρότητα στα πλάσματα που χρησιμοποιούνται ως δόλωμα στην αλιεία, όπως εξηγεί η Joan Dunayer:

Τα ζώα που χρησιμοποιούνται ως ζωντανό δόλωμα κυμαίνονται από γαρίδες, σαύρες, σκουλήκια, και βατράχους μέχρι σκουμπριά, σολωμούς, γρύλους, και καβούρια. Τα "δολώματα" αγκιστρώνονται έτσι ώστε να μην πεθάνουν γρήγορα: από τα χείλη τους, τη μύτη τους, τις υποδοχές των ματιών τους. .. Εάν είναι μεγάλα, μπορεί να αγκιστρωθούν σε δύο ή τρία αγκίστρια. Μερικές φορές, για να μειώσουν την αντίσταση, οι ψαράδες ράβουν το στόμα των ψαριών για να μένει κλειστό πρίν τα σύρουν ως δόλωμα. Επειδή ένα ψάρι που αγωνίζεται και αιμορραγεί είναι ιδιαίτερα πιθανό να προσελκύσει τα αρπακτικά ζώα, οι ψαράδες συχνά σπάνε την ράχη του "ψαριού δόλωμα", κόβουν τα πτερύγιά τους, ή τα χαράζουν με πολλαπλές ξυραφιές.32

Το φάσμα του μαρτυρίου που προκαλείται από την ζήτηση για τη σάρκα των πλασμάτων της θάλασσας είναι απέραντο, σχεδόν ασύλληπτο. Ενώ κρατούνται αρχεία για τον αριθμό κάθε μεμονωμένου πτηνού και θηλαστικού που σκοτώνεται κάθε χρόνο για τροφή (στις ΗΠΑ, ο αριθμός αυτός είναι τώρα πάνω από 10 δισεκατομμύρια ετησίως), για "τα θαλασσινά," αναφέρεται μόνο η ποσότητα σε τόνους. 80 εκατομμύρια τόνοι πλασμάτων του νερού ετησίως: άραγε πόσα άτομα είναι αυτά; Κάθε μεμονωμένο ψάρι είναι ένα σπονδυλωτό με ένα κεντρικό νευρικό σύστημα και αισθητήρες (proprioceptors) πόνου, όπως έχουμε κι εμείς τα θηλαστικά. Οι θαλάσσιοι βιολόγοι έχουν αποδείξει ότι τα ψάρια σίγουρα αισθάνονται και αποφεύγουν τον πόνο και ότι μαθαίνουν να αποφεύγουν τα επίπονα ερεθίσματα, ακόμη και μέχρι του σημείου να επιλέξουν την στέρηση τροφής από τον πόνο. Οι ερευνητές έχουν αποδείξει επίσης αυτό που είναι πραγματικά αρκετά προφανές, το ότι δηλαδή τα ψάρια μπορούν να φοβούνται και να μάθουν να προλαμβάνουν τον πόνο. Εκτός από αυτό, οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει ότι τα ψάρια και επίσης τα θαλάσσια ασπόνδυλα "παράγουν κάτι σαν οπιώδεις παυσίπονες βιοχημικές ουσίες (enkephalins και endorphins) ως απάντηση σε τραυματισμούς που αναμφισβήτητα θα ήταν επίπονοι στους ανθρώπους, ως περαιτέρω απόδειξη της δυνατότητας των ψαριών να αισθάνονται πόνο."33 Όπως κι εμείς, δεν θα επιβίωναν εάν δεν αισθάνονταν τον πόνο. Οι αισθητήρες πόνου τους είναι ιδιαίτερα πυκνοί γύρω από τα στόματά τους, εκεί όπου συχνά τα αγκιστρώνουν βασανιστικά και τα τραβούν.

Εκτός από το αίσθημα του πόνου, οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει ότι τα ψάρια είναι πολύ ευφυέστερα από όσο προεικαζόταν. Παραδείγματος χάριν, βρετανοί ειδικοί λένε ότι τα ψάρια, ως τα αρχαιότερα των σημαντικότερων σπονδυλωτών ομάδων, είχαν "άφθονο χρόνο" να εξελίξουν σύνθετα και διαφορετικά σχέδια συμπεριφοράς που συναγωνίζονται εκείνα πολλών άλλων σπονδυλωτών. Αναφέρουν ότι έχουν υπάρξει τεράστιες αλλαγές στην κατανόηση από την επιστήμη των ψυχολογικών και διανοητικών δυνατοτήτων των ψαριών τα τελευταία χρόνια, προσθέτοντας ότι, "αν και μπορεί να φανεί εντυπωσιακό σε εκείνους που εύκολα συνηθίζουν να προκρίνουν την ζωική νοημοσύνη βάσει του όγκου του εγκεφάλου, σε μερικές γνωστικές περιοχές, τα ψάρια μπορούν ακόμη και να συγκριθούν επιτυχώς με τα μη ανθρώπινα πρωτεύοντα θηλαστικά(πιθήκους)."34 Η πρόσφατη έρευνα έχει δείξει ότι τα ψάρια "είναι εμποτισμένα στην κοινωνική νοημοσύνη," αναγνωρίζοντας μεμονωμένους "συντρόφους στο κοπαδι" και το κοινωνικό γόητρο, και οι επιστήμονες τα έχουν παρατηρήσει να χρησιμοποιούν εργαλεία, να χτίζουν σύνθετες φωλιές, να συνεργάζονται και να δείχνουν σταθερές πολιτιστικές παραδόσεις και μακροπρόθεσμη μνήμη.35

Η Σύλβια Earle, πρώην κύρια επιστήμονας της Εθνικής Ωκεάνειας και Ατμοσφαιρικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ, έχει γράψει, τα "[ ψάρια ] είναι οι συμπολίτες μας με λέπια και πτερύγια. .. Δεν θα έτρωγα ποτέ κανέναν που ξέρω προσωπικά. Δεν θα έτρωγα σκόπιμα ένα ροφό όπως δεν θα έτρωγα ένα κόκερ σπανιέλ. Είναι τόσο καλοσυνάτα, τόσο περίεργα. Ξέρετε, τα ψάρια είναι ευαίσθητα, έχουν προσωπικότητες, πονούν όταν είναι τραυματισμένα."36 Τα ψάρια είναι ευαίσθητα και ευφυή πλάσματα, και η σάρκα τους, γεμάτη με τον πόνο, τον φόβο, και τις τοξίνες, είναι προφανώς ανθυγειινή για να την τρώμε. Παρόλα αυτά επιμένουμε.

Με το να τα καταδιώκουμε, περιορίζουμε, θανατώνουμε, και να τα τρώμε ως απλά αντικείμενα προς κατανάλωση, αναπόφευκτα νεκρωνόμαστε πνευματικά αλλά και συναισθηματικά. Ο Paul Watson έχει επισημάνει:

Τα θαλασσινά είναι απλά μια κοινωνικά αποδεκτή μορφή άγριου κρέατος. Καταδικάζουμε τους Αφρικανούς για το κυνήγι των πιθήκων και των μαστοφόρων θηλαστικών και ειδών πουλιών από τη ζούγκλα, ενώ ο αναπτυγμένος κόσμος δεν σκέφτεται καθόλου το ψάρεμα θαυμάσιων άγριων πλασμάτων όπως οι ξιφίες, ο τόνος, ο ιππόγλωσσος, ο καρχαρίας, και ο σολομός για τα γεύματά μας. Το γεγονός είναι ότι η σφαγή της θαλάσσιας άγριας ζωής παγκόσμια είναι απλά η μεγαλύτερη σφαγή της άγριας ζωής στον πλανήτη.37

Οι αρχιμάγειρες ξέρουν ότι τα ψάρια που πεθαίνουν με μεγάλη αντίσταση, που κάνουν αγωνιώδη προσπάθεια στα δίχτυα ή στα αγκίστρια, έχουν μια πικρότερη γεύση λόγω του γαλακτικού οξέος που παραμένει στους μυς τους. Τρώγοντας ψάρια, τρώμε το γαλακτικό οξύ που παράγουν τα ψάρια στους σπασμούς θανάτου τους, την προκληθείσα από τον φόβο αδρεναλίνη και άλλες ορμόνες. Πρέπει να είναι επαρκώς σαφές ότι με την απερίσκεπτη κατανάλωση ψαριών λόγω ενός φανταστικού οφέλους, φέρνουμε στο σώμα μας έναν πλήθος τοξινών και προκαλούμε βάσανο και αρνητικά αποτελέσματα που υπερβαίνουν μακράν το πιθανό όφελός τους. Μπορούμε όλοι να πάρουμε άφθονη υψηλής ποιότητας πρωτεΐνη από τα φυτά χωρίς να προκαλέσουμε αχρείαστο μαρτύριο και τραύματα σε άλλα ζωντανά πλάσματα.


Τέλος, με την εξολόθρευση των ψαριών από τα νερά μας, καταστρέφουμε το γήινο σύστημα καθαρισμού των υδάτων. Είναι ευρέως γνωστό ότι τα ψάρια καθαρίζουν τα νερά από τις τοξίνες και τις ακαθαρσίες: μπορούν να θεωρηθούν ως τα γήινα νεφρά, που απορροφούν τους μολυσματικούς παράγοντες στη σάρκα τους. Αυτό είναι μια φυσική λειτουργία και ένας σημαντικός λόγος γιατι είναι τόσο καταστρεπτικό στην υγεία της γης να μειώνουμε δραστικά τους αριθμούς τους —και στην ατομική μας υγεία να τα τρώμε. Είναι συνηθισμένο, για παράδειγμα, να βλέπουμε ψάρια να μαζεύονται γύρω από τους σωλήνες υπονόμων που πετούν τα μη επεξεργασμένα λύματα στον ωκεανό στις χώρες που το επιτρέπουν ακόμα αυτό. Τα ψάρια τρώνε τα ανθρώπινα περιττώματα όπως βγαίνουν από αυτούς τους σωλήνες. Ως καταναλωτές περιττωμάτων και σάρκας, τα ψάρια είναι απολύτως ακατάλληλα για ανθρώπινη τροφή, "ακάθαρτα" με κάθε νοητό τρόπο.

Με το να μπαίνουμε βίαια στον κόσμο τους, να τα φυλακίζουμε, να τα εκμεταλλευόμαστε, και να τα δολοφονούμε, και με το να βλάπτουμε τα θαλασσοπούλια και τα θαλάσσια θηλαστικά, διαπράττουμε εγκλήματα ενάντια στη φύση σε γιγαντιαία κλίμακα. Αυτό δείχνει την ασέβειά μας για τη ζωή αλλά και για την καλοκάγαθη πηγή κάθε ζωής, η οποία μας έχει ευλογήσει με ένα σώμα που απαιτεί να μην υποφέρει και να πεθάνει ούτε ένα ψάρι, δελφίνι, χελώνα, άλμπατρος, αστακός, γαρίδα, ή καβούρι για την σίτισή του.

Chapter 6—Hunting and Herding Sea Life

17. S. Holt, “The Food Resources of the Ocean,” Scientific American, 22, 1969, pp.

178–94.

18. See www.fishinghurts.com/HealthConcerns.asp.

19. “America’s Fish: Fair or Foul?” Consumer Reports, February 2001.

20. See www.fishinghurts.com/EnvironmentalConcerns.asp.

21. See www.environmentaldefense.org/seafood/oceansinperil.cfm.

22. Paul Watson, “Consider the Fishes,” VegNews, March–April 2003, p. 27.

23. Ibid.

24. Paul Watson, Sea Shepherd Log #58, 2002, p. 20.

25. Ibid.

26. Ibid., p. 10.

27. Ibid.

28. Rod Fujita, Heal the Ocean: Solutions for Saving Our Seas (Gabriola Island, BC: New Society Publishers, 2003), p. 125.

29. Barry Kent MacKay, “Catch and Release,” Animal Issues, Spring 2003, p. 20.

30. Richard H. Schwartz, “Troubled Waters: The Case Against Eating Fish,” Vegetarian Voice, Spring 2004, p. 7.

31. Ibid., pp. 22–23.

32. Joan Dunayer, Animal Equality (Derwood, MD: Ryce Publishing, 2001), p. 69.

33. Barry Kent MacKay, p. 20.

34. BBC News, “Scientists Highlight Fish ‘Intelligence,’ ” reprinted in Animal Rights Online, September 7, 2003. See http://news.bbc.co.uk/1/hi/england/west_yorkshire/ 3189941.stm.

35. Ibid.

36. Cited in Dawn Carr, “They Die Slowly . . .” PETA’s Animal Times, Summer 2003, p. 9.

37. Paul Watson and Joseph Connelly, “The VN Interview: Captain Paul Watson,” VegNews, March–April 2003, p. 25.

04 March 2009

Jean Jacques Elisée Reclus (1830-1905)

“Όταν ο [ατομικιστικός κι ανταγωνιστικός] πολιτισμός μας θα έχει πλέον κυρήξει χρεωκοπία, όταν η αμοιβαία βοήθεια θα έχει γίνει απαραίτητη για την κοινή μας σωτηρία, όταν η αναζήτηση φιλίας θα έχει αντικαταστήσει την αναζήτηση του πλούτου, […] όταν ο ενθουσιασμός του φυσιοδίφη θα έχει αποκαλύψει σε όλους μας τη γοητευτική, την αξιαγάπητη, την ανθρώπινη - ή και καλύτερη από ανθρώπινη- φύση των ζώων, τότε θα θυμηθούμε όλα εκείνα τα είδη που έχουμε αφήσει πίσω στην πορεία μας προς την πρόοδο, τότε θα προσπαθήσουμε να τα κάνουμε όχι υπηρέτες ή μηχανές, μα συντρόφους μας”

Από το
LA GRANDE FAMILLE (1901)
The Great Kinship Of Humans and Fauna

Η Μεγάλη Οικογένεια ανθρώπων και ζώων

11 February 2009

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι

Μίλαν Κούντερα

ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ: ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΚΑΡΕΝΙΝ

2

Στην αρχή-αρχή της Γένεσης, γράφει ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να άρχει «των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών». Βεβαίως, τη Γένεση τη συνέταξε ένας άνθρωπος κι όχι ένα άλογο. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Θεός είχε πραγματικά θελήσει να βασιλεύει ο άνθρωπος στα άλλα πλάσματα. Είναι πιο πιθανό ότι ο άνθρωπος επινόησε το Θεό για να καθαγιάσει την εξουσία που σφετερίστηκε πάνω στην αγελάδα και στο άλογο. Ναι, το δικαίωμα να σκοτώνει ένα ελάφι ή μια αγελάδα, είναι το μόνο πράγμα για το οποίο ολόκληρη η ανθρωπότητα βρίσκεται αδελφικά σύμφωνη, ακόμα και στη διάρκεια των πιο αιματηρών πολέμων.

Το δικαίωμα αυτό μας φαίνεται αυτονόητο γιατί είμαστε εμείς που βρισκόμαστε στην κορυφή της ιεραρχίας. Θα έφτανε όμως να παρέμβει ένας τρίτος στο παιχνίδι, για παράδειγμα ένας επισκέπτης που θα είχε έρθει από έναν άλλο πλανήτη και στον οποίο ο Θεός θα είχε πει «θα άρχεις των πλασμάτων όλων των άλλων αστέρων», για να τεθεί αμέσως υπό αμφισβήτηση όλος ο προφανής χαρακτήρας της Γένεσης. Ο άνθρωπος δεμένος σε μια άμαξα από έναν Αριανό, ή ψητός στη σούβλα από έναν κάτοικο του Γαλαξία, θα θυμόταν ίσως τότε τη μοσχαρίσια μπριζόλα που είχε τη συνήθεια να τεμαχίζει στο πιάτο του και θα ζητούσε (πολύ αργά) συγγνώμη απ' την αγελάδα.

Η Τερέζα προχωρεί με το κοπάδι απ' τις δαμάλες της, τις σπρώχνει μπροστά της, υπάρχει πάντοτε κάποια που πρέπει να τη μαλώνεις, γιατί οι νεαρές αγελάδες έχουν κέφια και απομακρύνονται απ' το δρόμο για να τρέξουν στους αγρούς. Ο Καρένιν τη συνοδεύει. Είναι ήδη δυο χρόνια που την ακολουθεί, μέρα με την ημέρα στη βοσκή. Συνήθως τον διασκεδάζει πολύ να κάνει τον αυστηρό στις αγελάδες, να γαβγίζει πίσω απ' αυτές και να τις μαλώνει (ο δικός του Θεός του έχει αναθέσει να άρχει των αγελάδων καιείναι περήφανος γι' αυτό). Σήμερα, όμως, βαδίζει με πολύ κόπο και τριποδίζει. Στο τέταρτο πόδι, έχει μια πληγή που ματώνει. Κάθε δυο λεπτά η Τερέζα σκύβει και του χαϊδεύει τη ράχη. Δεκαπέντε μέρες μετά την εγχείρηση, είναι φανερό ότι ο καρκίνος δεν έχει θεραπευθεί κι ότι ο Καρένιν πηγαίνει απ' το κακό στο χειρότερο.

Στο δρόμο, συναντούν μια γειτόνισσα που πηγαίνει στο σταύλο, φορώντας τις γαλότσες της. Η γειτόνισσα σταματάει: «Τι έχει το σκυλί σας; Θα έλεγε κανείς ότι κουτσαίνει!». Η Τερέζα απαντάει: «Έχει καρκίνο. Είναι καταδικασμένο» και νιώθει το λαιμό της να σφίγγεται και δεν μπορεί να μιλήσει. Η γειτόνισσα βλέπει τα δάκρυα της Τερέζας και σχεδόν θυμώνει: «Για τ' όνομα του Θεού, δεν θα βάλετε τα κλάματα για ένα σκυλί!». Δεν το είπε με κακία, είναι καλή, το είπε μάλλον για να παρηγορήσει την Τερέζα. Η Τερέζα το ξέρει, μένει πια πολύ καιρό στο χωριό και ξέρει ότι αν οι χωρικοί αγαπούσαν τα κουνέλια τους όσο εκείνη αγαπάει τον Καρένιν, δεν θα μπορούσαν να σκοτώσουν κανένα και δεν θ' αργούσαν να πεθάνουν από πείνα, ανάμεσα στα ζώα τους. Ωστόσο, η παρατήρηση της γειτόνισσας της φάνηκε εχθρική. «Ξέρω», απάντησε χωρίς να διαμαρτυρηθεί, αλλά βιάζεται να γυρίσει την πλάτη της και να συνεχίσει το δρόμο της. Αισθάνεται μόνη της με την αγάπη της για το σκυλί της. Σκέφτεται, χαμογελώντας μελαγχολικά, ότι πρέπει να την κρύψει ακόμα πιο προσεκτικά, παρά αν έπρεπε να κρύψει μια απιστία. Η αγάπη για ένα σκυλί σκανδαλίζει. Αν η γειτόνισσα μάθαινε ότι απατούσε τον Τόμας, θα της έδινε χαρωπά ένα χαϊδευτικό χτύπημα στην πλάτη, με ύφος συνένοχο!

Συνεχίζει, λοιπόν, το δρόμο της με τις αγελάδες της που σκουντουφλάνε η μια πάνω στην άλλη, και σκέφτεται ότι είναι πολύ συμπαθητικά ζώα. Ειρηνικά, χωρίς πονηριά, μερικές φορές έχουν μια παιδιάστικη ευθυμία: θα έλεγε κανείς ότι είναι χοντρές πενηντάρες κυρίες που παριστάνουν ότι είναι γύρω στα δεκατέσσερα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο συγκινητικό από τις αγελάδες όταν παίζουν. Η Τερέζα τις κοιτάζει με τρυφερότητα και λέει στον εαυτό της (είναι μια ιδέα που τις επανέρχεται ακατανίκητη εδώ και δυο χρόνια) ότι η ανθρωπότητα ζει σαν παράσιτο της αγελάδας όπως η ταινία ζει σαν παράσιτο του ανθρώπου: είναι κολλημένη στα μαστάρια της σαν βδέλλα. Ο άνθρωπος είναι παράσιτο της αγελάδας, αυτός είναι πιθανότατα ο ορισμός που ένας μη-άνθρωπος θα μπορούσε να δώσει για τον άνθρωπο στη δική του ζωολογία.

Μπορεί κανείς να θεωρήσει τον ορισμό αυτό σαν ένα απλό αστεϊσμό και να χαμογελάσει με συγκατάβαση. Αν όμως η Τερέζα τον αντιμετωπίζει στα σοβαρά, τότε βρίσκεται σε γλιστερό κατήφορο. Αυτές οι ιδέες είναι επικίνδυνες και την απομακρύνουν απ' την ανθρωπότητα. Ήδη, στη Γένεση, ο θεός επιφόρτισε τον άνθρωπο με το να άρχει των ζώων, αλλά αυτό μπορεί να το ερμηνεύσει κανείς λέγοντας ότι του δάνεισε αυτή την εξουσία. Ο άνθρωπος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης, άλλα μόνον ο διαχειριστής του πλανήτη, και μια μέρα θα έπρεπε να δώσει λογαριασμό για τη διαχείριση. Ο Καρτέσιος έκανε το αποφασιστικό βήμα: Θέλει τον άνθρωπο «κύριο και κάτοχο της φύσης». Το ότι ακριβώς αυτός είν εκείνος που αρνείται κατηγορηματικά ότι τα ζώα έχουν δικαίωμα σε μια ψυχή, είναι σίγουρα μια σπουδαία σύμπτωση. Ο άνθρωπος είναι ο ιδιοκτήτης και ο κύριος, ενώ το ζώο, λέει ο Καρτέσιος, δεν είναι παρά ένα αυτόματο, μια «machina animata». Όταν ένα ζώο βογκάει, αυτό δεν είναι ένα παράπονο, δεν είναι παρά οι τριγμοί μιας μηχανής που λειτουργεί άσχημα. Όταν τρίζει η ρόδα ενός καροτσιού, αυτό δεν σημαίνει ότι το καρότσι πονάει, αλλά ότι δεν είναι λαδωμένο. Έτσι πρέπει να εξηγεί κανείς τα παράπονα του ζώου και δεν χρειάζεται να διαμαρτύρεται πάνω από ένα σκυλί που το κομματιάζουν ζωντανό μέσα σ ένα εργαστήριο.

Οι αγελάδες βόσκουν σ' ένα λιβάδι, η Τερέζα είναι καθισμένη σ' ένα κούτσουρο και ο Καρένιν είναι ξαπλωμένος στα πόδια της, με το κεφάλι του στα γόνατα της. Η Τερέζα θυμάται μια είδηση, σε δυο αράδες, που είχε διαβάσει στην εφημερίδα δώδεκα χρόνια πριν: έλεγε ότι σε μια πόλη της Ρωσίας είχαν σκοτώσει όλους τους σκύλους. Αυτή η είδηση, μικρή και φαινομενικά χωρίς σημασία, την είχε κάνει για πρώτη φορά να νιώσει τον τρόμο που προερχόταν απ' αυτόν τον πολύ μεγάλο γείτονα.


Ήταν ένα προανάκρουσμα για όλα όσα ακολούθησαν: τα δύο πρώτα χρόνια μετά τη ρώσικη εισβολή, δεν μπορούσε κανείς ακόμα να μιλήσει για τρομοκρατία. Καθώς όλο το έθνος σχεδόν αποδοκίμαζε το καθεστώς κατοχής, χρειάστηκε να βρουν οι Ρώσοι νέους ανθρώπους ανάμεσα στους Τσέχους για να τους φέρουν στην εξουσία. Πού να τους βρουν όμως αφού η κομμουνιστική πίστη και η αγάπη για τη Ρωσία ήταν πράγμα νεκρό; Έψαξαν να τα βρουν ανάμεσα σ' αυτούς που έτρεφαν μέσα τους την επιθυμία να πάρουν εκδίκηση απ' τη ζωή. Έπρεπε να συγκολλήσουν, να διατηρήσουν, να κρατήσουν σε εγρήγορση την επιθετικότητα τους. Έπρεπε πρώτα να την κατευθύνουν εναντίον ενός προσωρινού στόχου. Αυτός ο στόχος ήσαν τα ζώα. Οι εφημερίδες άρχισαν τότε να δημοσιεύουν σειρά άρθρων και να οργανώνουν καμπάνιες με τη μορφή επιστολών των αναγνωστών. Παραδείγματος χάριν, απαιτούσαν την εξολόθρευση των περιστεριών στις πόλεις. Και τα εξολόθρευσαν ωραία και καλά. Η καμπάνια όμως είχε για κύριο στόχο της τους σκύλους. Οι άνθρωποι ήσαν ακόμα τραυματισμένοι από την καταστροφή της κατοχής, αλλά στις εφημερίδες, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, δεν γινόταν άλλη κουβέντα παρά για τους σκύλους που βρώμιζαν τα πεζοδρόμια και τα δημόσια πάρκα, που απειλούσαν έτσι την υγεία των παιδιών και που όχι μόνον δεν χρησίμευαν σε τίποτα, αλλά έπρεπε να τους τρέφει κιόλας κανείς. Κατασκεύασαν μια πραγματική ψύχωση, και η Τερέζα φοβόταν ότι ο έξαλλος όχλος θα μπορούσε να κάνει κακό στον Καρένιν. Ένα χρόνο αργότερα, το συσσωρευμένο μίσος (που πρώτα είχε δοκιμαστεί πάνω στα ζώα) κατευθύνθηκε προς τον αληθινό του στόχο: τον άνθρωπο. Οι απολύσεις, οι συλλήψεις, οι δίκες, άρχισαν. Τα ζώα μπορούσαν επιτέλους να πάρουν ανάσα.

Η Τερέζα χαϊδεύει το κεφάλι του Καρένιν που είναι ήσυχα ακουμπισμένο στα γόνατα της. Σκέφτεται πάνω-κάτω τα εξής: δεν αξίζει καθόλου τον κόπο να συμπεριφέρεται κανείς καλά στους όμοιους του. Η Τερέζα είναι αναγκασμένη να είναι εντάξει με τους άλλους κατοίκους του χωριού, αλλιώς δεν θα μπορούσε να ζήσει εκεί, κι ακόμα με τον Τόμας είναι υποχρεωμένη να φέρεται σαν γυναίκα που αγαπάει γιατί τον έχει ανάγκη τον Τόμας. Ποτέ δεν μπορεί να προσδιορίσει κανείς με βεβαιότητα μέχρι ποιο σημείο οι σχέσεις μας με τους άλλους είναι το αποτέλεσμα των αισθημάτων μας, της αγάπης μας, της μη-αγάπης μας, της καλοσύνης ή του μίσους μας, και μέχρι ποιο σημείο είναι εκ των προτέρων επηρεασμένες από το συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στα άτομα.

Η αληθινή ανθρώπινη καλοσύνη, σε όλη της την αγνότητα και ελευθερία, μπορεί να έρθει στο προσκήνιο μόνο όταν ο παραλήπτης της δεν έχει καμία δύναμη. Η αληθινή ηθική δοκιμασία της ανθρωπότητας, η θεμελιώδης δοκιμασία της (η οποία βρίσκεται βαθειά θαμμένη από την θέα), αποτελείται από τη στάση της απέναντι σε εκείνους που είναι στο έλεός της: τα ζώα. Και από αυτή την άποψη η ανθρωπότητα έχει υποστεί μια τεράστια πανωλεθρία, μια πανωλεθρία τόσο θεμελιώδη που όλες οι άλλες πηγάζουν από αυτήν.

Μια αγελάδα έχει πλησιάσει την Τερέζα, έχει σταματήσει και την παρατηρεί για πολλή ώρα με τα μεγάλα καστανά της μάτια. Η Τερέζα τη γνωρίζει. Την φωνάζει Μαργαρίτα. Θα ήθελε να δώσει ένα όνομα σε κάθε αγελάδα αλλά δεν μπόρεσε. Πρώτα, έτσι σίγουρα θα συνέβαινε καμιά τριανταριά χρόνια πριν, όλες οι αγελάδες του χωριού είχαν ένα όνομα. (Κι αν το όνομα είναι ένα σημάδι της ψυχής, μπορώ να πω ότι είχαν ψυχή, αρέσει δεν αρέσει στον Καρτέσιο). Το χωριό όμως έγινε μετά μια μεγάλη συνεταιριστική βιομηχανία και οι αγελάδες περνούν όλη τους τη ζωή μέσα σε δυο τετραγωνικά που τους αναλογούν στο σταύλο. Δεν έχουν πια όνομα και δεν είναι πια παρά «machinae animatae». Ο κόσμος δικαίωσε τον Καρτέσιο.

Έχω πάντα στα μάτια μου την Τερέζα, καθισμένη πάνω σ' ένα κούτσουρο, χαϊδεύει το κεφάλι του Καρένιν και συλλογίζεται την αποτυχία της ανθρωπότητας. Ταυτόχρονα, μια άλλη εικόνα μου εμφανίζεται: ο Νίτσε βγαίνει από ένα ξενοδοχείο του Τουρίνου. Βλέπει μπροστά του ένα άλογο κι έναν αμαξά που το χτυπάει με το καμουτσίκι. Ο Νίτσε πλησιάζει το άλογο, το αγκαλιάζει απ' το λαιμό και κάτω απ' τα μάτια του αμαξά ξεσπάει σε λυγμούς. Αυτό συνέβαινε το 1889 και ο Νίτσε είχε ήδη, και αυτός επίσης, απομακρυνθεί από τους ανθρώπους. Μ' άλλα λόγια: ήταν ακριβώς τη στιγμή εκείνη που εκδηλώθηκε η διανοητική του αρρώστια. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς εκεί τοποθετείται αυτό που δίνει στη χειρονομία του τη βαθιά της σημασία.

Ο Νίτσε πήγε να ζητήσει από το άλογο συγγνώμη για λογαριασμό του Καρτέσιου. Η τρέλα του (δηλαδή, το διαζύγιο του με την ανθρωπότητα) αρχίζει από τη στιγμή που κλαίει πάνω στο άλογο.

Κι είναι αυτός ο Νίτσε που αγαπάω, όπως αγαπάω την Τερέζα που χαϊδεύει πάνω στα γόνατα της το κεφάλι ενός σκύλου ετοιμοθάνατου. Τους βλέπω και τους δύο πλάι-πλάι: κι οι δύο να παραιτούνται απ' το δρόμο όπου η ανθρωπότητα ως «κύριος και κάτοχος της φύσης», ακολουθεί.